Η μέτρηση οστικής πυκνότητας, γνωστή και ως DEXA (ή DXA) scan, είναι μια μη επεμβατική και ανώδυνη εξέταση που χρησιμοποιεί ακτίνες Χ για να μετρήσει τη μάζα και την πυκνότητα των οστών, κυρίως στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης και στο ισχίο.
Είναι το βασικό διαγνωστικό εργαλείο για την οστεοπόρωση και χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση του κινδύνου καταγμάτων, τη διάγνωση της οστικής απώλειας και την παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας της θεραπείας.
Οστική Πυκνότητα: Υπολογίζει την ποσότητα οστικής μάζας ανά μονάδα όγκου.
Οστική Απώλεια: Ανιχνεύει την απώλεια οστικής μάζας, η οποία υποδηλώνει αυξημένο κίνδυνο οστεοπόρωσης.
Κίνδυνος Κατάγματος: Συμβάλλει στην εκτίμηση της πιθανότητας να πάθει κάποιος κάταγμα λόγω της οστεοπόρωσης.
Εξοπλισμός: Χρησιμοποιείται ένα ειδικό μηχάνημα DEXA.
Διάρκεια: Η εξέταση διαρκεί λίγα λεπτά.
Διαδικασία: Ένας σαρωτής μετακινείται πάνω από τις περιοχές που πρέπει να απεικονιστούν, συνήθως τη σπονδυλική στήλη και το ισχίο.
Ακτινοβολία: Η δόση ακτινοβολίας είναι εξαιρετικά χαμηλή, πολύ μικρότερη από μια τυπική ακτινογραφία.
Διάγνωση και Παρακολούθηση: Είναι η εξέταση επιλογής για την διάγνωση της οστεοπόρωσης.
Έγκαιρη Ανίχνευση: Βοηθά στον εντοπισμό οστεοπόρωσης σε άτομα χωρίς συμπτώματα.
Αξιολόγηση Κινδύνου: Επιτρέπει την αξιολόγηση του κινδύνου για πιθανά κατάγματα.
Παρακολούθηση Θεραπείας: Επιτρέπει την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της φαρμακευτικής αγωγής για την οστεοπόρωση.
Η μέτρηση οστικής πυκνότητας συστήνεται κυρίως σε άτομα άνω των 65 (γυναίκες) ή 70 (άνδρες), σε άτομα που έχουν υποστεί κάταγμα μετά τα 50, και σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες ή άνδρες 50-69 ετών που έχουν παράγοντες κινδύνου.